Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Σιλιώτικα 1924

Το ιδιαζόντως ενδιαφέρον λεύκωμα "Η Σινασός της Καππαδοκίας", που πρωτοεκδόθηκε στην Αθήνα το 1924 και που ανάτυπα του πουλιούνται ως τις μέρες μας έξω από την εκκλησία Κωνσταντίνου και Ελένης (όπου το αγόρασα και εγώ όταν περάσαμε από την Σινασό με την Ένωση Συλλαίων τον Αύγουστο του 2010) περιέχει, ανάμεσα στις τόσες πληροφορίες, και σύντομη περιγραφή της Σινασίτικης ντοπιολαλιάς (Σινασός, Τζαλέλα, Ποτάμια): φυσικά δεν μας παραξενεύει καθόλου αυτό, μας εκπλήσσει όμως ευχάριστα και μας συγκινεί ιδιαίτερα η γενναιόδωρη συμπερίληψη δειγμάτων από άλλες Ελληνικές διαλέκτους της Κεντρικής Μικράς Ασίας, συγκεκριμένα της Λάζικης (Μαδέν, Νικόπολη, Σουλουτζούβαση), της Φαρασιώτικης (Φάρασα, Κίσκε Καρίπλερ κτλ), της Μιστιώτικης (Μισθί, Αξός, Τροχός, Φλογητά κτλ), της Φερτεκιώτικης (Φερτέκ, Γούρτονους, Αραβάν κτλ) ΚΑΙ της Σιλιώτικης της Λυκαονίας (Σίλε). Αναδημοσιεύουμε εδώ το δείγμα της Σιλιώτικης ντοπιολαλιάς και της μετάφρασης του, όπως ακριβώς παρατίθενται στο Λεύκωμα (χωρίς καμία πληροφορία για την προέλευση τους), αλλά μονοτονικά:

Ως παγαινοντίσκαμι χάσαμι τση στράτα κι μπήκαμι στα βουνιά και στα ντερέ απέσω, σκοτηνιάσι κι στο γαρανλίχ ρεν πουρίσαμι ν' αναύρωμι χωριούτ τσι στράτα. Ως ντελανινοντίσκαμι ρω κ' κει μπήκαμι σ' ένα βεράνι χάνι κι' πόμναμι τζει και κοιμηνοντίσκαμι ζιφτ γαρανλίκ απ' έσω. Ως τ' αβόπουρμα δεν σαλίσαμι του μάτζι μας, οπ' χαριλτού κι' οπ' τ' ισλίχ, απαντεσχόντισκες ότσι οπ' τους τζούχουρις κι' οπ' τις χρώστες ξεβινοντίσκασχι. Οπ' τζείνον πασκά, οπ' φειριών τα ισλίχια κι' οπ' τα ουλουτζίματα αλουπιών κι' τζαναβαριών πεκ πολύ φοβήσκαμι. Ως ήμαστι τούτζα σικιντί κι ρος του φόβο μας απ' έσω, γιούξαμι οπ' μακρά κουκουϊνότ σέσι. Πως κι' αν βριάσκει κουκουϊνός φάνηκε φουγγάρι. Αγξίλαϊ σκόσκαμι αψά αψά κι' ξέβκαμι απ' κει του γουρσούζι χάνι, και σουκιουρλάϊσαμι το Σογό ότζι σιρκεϊσέμας, οπ' τεχλικέ και ξέβασι μας λαρούς, και γεβετλεντζινόσκαμι να φθάσωμι σ' χωριό τζούνκι γιουκουοντίσκασι σκουντζιριών τα χαυλατζίσματα και σαπάχλαϊ μπήκαμε σ' χωριό. 

(Ενώ προχωρούσαμε χάσαμε τον δρόμο μας κ' εμπήκαμε ανάμεσα σε βουνά και σε χαράδρες. Νύκτωσε και στη σκοτεινιά δεν μπορέσαμε να ξεδιαλέξωμαι τον δρόμο του χωριού. Εκεί που γυρνούσαμε εδώ κ' εκεί, βρήκαμε ένα έρημο χάνι και κονέψαμε πεια εκεί, και πλαγιάσαμε στα θεοσκότεινα. Ως το πρωΐ δεν κλείσαμε μάτι από τον θόρυβο και το σύριγμα (του άερα), νόμιζε κανείς ότι ερχούντανε μέσα από τους τοίχους και απ' τα βαθειά πηγάδια. Εκτός αυτών φοβηθήκαμεν πολύ, από τα συρίγματα των φειδιών και τα ουρλιάσματα των αλωπεκιών και λύκων.

Ενώ βρισκόμαστε σε τέτοια αγωνία και φόβο ακούσαμε από μακρυά να έρχεται φωνή πετεινού^ μαζή με τη φωνή του πετεινού βγήκε και το φεγγάρι. Αμέσως τότε σηκωθήκαμε και γρήγορα γρήγορα βγήκαμε απ' εκείνο το απαίσιο χάνι και δοξάσαμε τον Θεόν, που μας φύλαξε απ' αυτόν τον κίνδυνο και μας έβγαλε σώους και γερούς και βιαζούμαστε να φθάσωμε στο κοντινό χωριό, που μας οδηγούσαν τα γαυγίσματα των σκύλων, που ακούοντανε πεια, και μόλις χάραξε μπήκαμε στο χωριό.)


[Sample of Sillean Greek from the 1924 album "Sinasos of Cappadokia", which I purchased outside the Sinasos church, while traveling there with the Silean Union in August 2010.]