Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Προσφυγιά-1

Με αφορμή την συμπλήρωση σήμερα 13 ετών από τον θάνατο του πατέρα μου, Χρήστου Μπαλόγλου (1919 - 2002), αλλά και την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά για την προσαρμογή των Συλλαίων προσφύγων στην Ελλάδα, αναρτώ παρακάτω αυτούσιες όσες χειρόγραφες άτυπες αναμνήσεις του κατάφερα να βρω, γραμμένες σε μεγάλη ηλικία. (Ανάλογες αναμνήσεις άλλων Συλλαίων θα ήταν επίσης ευπρόσδεκτες.)

Προσφυγιά

Κάποια μέρα του 1922 οι πιο πολλές Ελληνικές οικογένειες της Σύλλης και άλλων γειτονικών χωριών κλπ ξεκίνησαν για την Μερσίνα (λιμάνι στη Νοτιοανατολική Τουρκία) όπου μας περίμενε το Ελληνικής πλοιοκτησίας φορτηγό εμπορικό πλοίο "Αλέξανδρος" ιδιοκτησίας Εμπειρίκου. Ο θείος μου Φώτης με κρατούσε γερά με το δεξί του χέρι στη μασχάλη του γιατί ανέβαινε τις πολλές σκάλες του πλοίου και εγώ έβλεπα το μικρό κυματισμό της γκρι-μπλε βρόμικης θάλασσας σ' εκείνο το μέρος του λιμανιού όπου ήτανε αραγμένο το πλοίο. Είναι το μόνο που θυμάμαι και έχω στο μυαλό μου ακόμα καθαρή εικόνα από τη Μ. Ασία. Σίγουρα το πλοίο αυτό είτανε τόσο γεμάτο από την προσφυγιά του ξεριζωμού που ούτε καρφίτσα αν έριχνες δεν έπεφτε κάτω. Συνθήκες απροσμέτρητης δυστυχίας επικρατούσαν μέσα σ' αυτό. Πλακώσανε αρρώστειες, ψείρα, Πείνα και όλες οι καλωσύνες από την ανάποδη που δεν μπορεί να φαντασθεί ο άνθρωπος. Εκεί, μέσα στο πλοίο, ξεψύχησε ο μικρότερος από μένα αδελφός μου Σεβαστός. Στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού πέθαναν πολλά μωρά, γέροι, κλπ  

[Ποια μέρα, ποιο μήνα, ποια χρονολογία γεννήθηκα; Η απάντηση για πολλούς μικρασιάτες που γεννήθηκαν προ του 1920 στην Μ. Α. στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να είναι σίγουρη και να γιατί. Οι πιο πολλοί άντρες πέθαιναν ύστερα από φρικτά βασανιστήρια στα βάθη της Μ. Ασίας (Ντιαρ Μπεκίρ και άλλα μέρη) μέσα στην ψείρα την πείνα και τις αρρώστιες των ταγμάτων εργασίας (Αμελέ ταμπουρού) που οργάνωσαν οι Τούρκοι (Με υπόδειξη-σύσταση των Γερμανών) για να καθαρίσουνε τη Μ. Ασία από το Ελληνικό και Αρμενικό στοιχείο. (Για να απαλαχθούνε από ξένους, αλλόθρησκους, και να γίνει ομοιογενής ο πληθυσμός σ' όλη την Μ. Ασία.) Έτσι κάθε μάνα μέσα στην σύγχυση την παραζάλη του ξεριζομού φρόντιζε να σώσει μόνο τα παιδιά της και ότι απαραίτητα που επέτρεπαν οι Τούρκοι (Παπλώματα, κουβέρτες, κανένα τένζερε κλπ). Χρήματα, λίρες και τέτοια ελάχιστες οικογένειες κατάφεραν να περάσουνε λίγα από το γερό ψαχτήρι των Τούρκων. Χαρτιά, ασφαλιστικά συμβόλαια και όλα τα χρήσιμα πράγματα αυτού του είδους σχεδόν καμμιά μάνα δεν είχε την ψυχραιμία να τα πάρει. (Οι γυναίκες δεν επιτρεπότανε να μάθουνε γράμματα.) Έτσι η μάνα μου Αντό (= Αντωνία) με τα πέντε ορφανά της Ξανθίππη 12, Περικλής 9, Βύρων 6, εγώ (ο Χρήστος) 3 και ο Σεβαστός 1 ετών, πήρε το δρόμο για την Ελλάδα το 1922. Πάντως από διηγήσεις συγγενών μου και της μάννας μου βέβαιο είναι ότι γεννήθηκα το 1919 αλλά με την είσοδο μας στην Ελλάδα ήτανε γραφειοκρατική ανάγκη να δοθεί στον καθένα μας μια ημερομηνία γέννησης και η δικιά μου είναι 23-9-1919. Η πατρίδα μου είναι η Σύλλη Ικονίου Μ. Ασίας. Η Σύλλη τότε είχε 400 περίπου σπίτια ελλην. και 400 περίπου Τούρκικα. Η Ελληνική κοινότητα της Σύλλης είχε βιβλιοθήκη με 3.500 τόμους βιβλίων, μεταξύ των οποίων και το περίφημο έργο του Βερναρδάκη (Μετάφραση και εκτενή σχόλια αρχαίων κειμένων).]  


Ναύπλιο [Πάτρα]

Κάποια μέρα φτάσαμε στο Ναύπλιο όπου μείναμε κάπου 1 χρόνο. Μετά πήγαμε στην Πάτρα. Ο θείος μας Δημητρός άρχισε να στέλνει δολάρια από την Αμερική στον αδελφό του Στράτο για όλους μας με εντολή εμάς τους μικρούς (Ξανθίππη, Περικλή. Βύρων και φυσικά αργότερα εμένα) να μας εγγράψει στα καλύτερα ιδιωτικά Σχολεία της Πάτρας... Ο Στράτος φρόντιζε όμως μόνο, και πολύ λίγο μάλιστα, για το φαγητό μας γιατί είχε άλλα στο νου του. Άνοιξε κατάστημα χονδρικής πώλησης αποικιακών ειδών (Λίγο θυμάμαι από το μαγαζί αυτό τις δυο καθιστές ζυγαριές του) και τα βράδια ξενυχτούσε στα κέντρα με τις Πατρινές που λοιπόν να περισσέψουνε χρήματα και μυαλό για τα παιδιά της ετεροθαλούς αδελφής του της Αντός... Φυσικά ο Στράτος με την μάνα του Αγγελική και την αδελφή του Βασιλική νοικιάσανε σπίτι σε μια από τις καλύτερες γειτονιές της Πάτρας και την Αντό την έβαλε μαζί με τα παιδιά της σε μια παράγκα... Εγώ έπαιζα με τα άλλα τα παιδάκια της γειτονιάς (από τις παράγκες).

Σ' αυτή τη γειτονιά μια δασκάλα-νηπιαγωγός μάζευε τα παιδάκια και τα δίδασκε κυρίως την Ελληνική γλώσσα χωρίς να παίρνει λεφτά. Η αγράμματη μάνα μου μόλις το έμαθε με πήγε και μένα στη δασκάλα αυτή. Εγώ όμως είχα καλομάθει στα παιγνίδια στις αλάνες της γειτονιάς μαζί με τα άλλα παιδάκια... Φασαρία λοιπόν να μη πάω στη δασκάλα αυτή (Πρέπει να είναι πολύ παρα πολύ κουτό ή παρα πολύ έξυπνο ένα παιδάκι 4 ετών περίπου να θέλει γράμματα αντί το παιγνίδι.) Η Αντό όμως είχε μυαλό... Αγόρασε ένα σακκουλάκι καραμέλες το έδωσε στην δασκάλα με την παράκλιση να δώσει σε μένα (και που και που και στα άλλα παιδάκια...) κάθε μέρα μια καραμέλα. Αυτό ήταν. Φουλαριστός κάθε πρωί πρώτος πρώτος να πάω στη καλή μου τη δασκάλα που μοιράζει καραμέλες. Έτσι με το τέχνασμα αυτό της μάνας μου (Που μ' αυτό το τέχνασμα έπρεπε να της δώσουνε τιμής ένεκεν δίπλωμα παιδαγωγού) αγάπησα τα γράμματα, το σχολείο.

[Βέρροια]

Δεν ξέρω για ποιους λόγους ο Θείος Στράτος απεφάσισε να πάμε από την Πάτρα στη Βέρροια. (Φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει στην Πάτρα την Αντό με τα παιδιά της γιατί θα έχανε τα τσεκ με τα δολάρια που έστελνε ο θείος μου και ετεροθαλής αδελφός της μάνας μας Δημητρός επ' ονόματι της Αντός και τα οποία εισέπραττε αυτός με διάφορα τεχνάσματα αλλά και διότι δεν υπήρχε άλλη λύση για την Αντό παρά να δίνει τα τσεκ στον Στράτο και αυτός να μας δίνει ψίχουλα για να ζήσουμε αφού ούτε γράμματα ούτε ελληνική γλώσσα ήξερε η Αντό...)

Οι δουλειές του Θείου Δημητρού στην Αμερική λιγόστεψαν και λιγόστεψαν τα δολάρια... Κατά καλή μας τύχη στη Βέρροια υπήρχε ένας βιοτέχνης-κατασκευαστής-πωλητής χαλιών. Η μάννα μας η Αντό εκτός από το νοικοκυριό και την οικονομία είχε μάθει άριστα την τέχνη κατασκευής χαλιών. Πήρε από αυτόν τα σχετικά εργαλεία και για να μας θρέψει άρχισε να κάνει χαλιά από τα χαράματα μέχρι το σκοτείνιασμα. Έμαθε την τέχνη αυτή και στην αδελφή μας Ξανθίππη. Τα έσοδα όμως δεν φτάνανε. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε στον στρατώνα τα μεσημέρια στην ώρα του συσίτιου για να γεμίζουμε κανένα δοχείο με αποφάγια για να γεμίζουμε την κοιλιά μας... Πηγαίναμε στα χωράφια και μαζεύαμε όσα κρομμύδια φασόλια ροβίθια και άλλα είδη όσα έμεναν ύστερα από το μάζεμα-θερισμό του χωραφιού από τον ιδιοκτήτη γεωργό. (Αυτά τα αμάζευτα που μένουνε στα χωράφια οι γεωργοί τα λέγανε μπασάκια.) Μια μέρα όπως επιστρέφαμε από τα χωράφια βρήκαμε ένα τσουβάλι κρομμύδια γλυκά. Τι χαρά που κάναμε! Μια φορά όταν παρέδωσε το χαλί και πληρώθηκε η Αντό αποφάσισε να μας ταΐσει καλά. Αγόρασε δυο αρνίσια κεφάλια τα μαγείρεψε και γεμάτη χαρά έστρωσε το τραπέζι για να φάμε... Πρώτος ο Περικλής: Μαμά βρωμάει! Πάψε παλιόπαιδο! Μαμά βρωμάει ο Βύρων και η Ξανθίππη! Το πήρε απόφαση ότι πραγματικά ήτανε βρώμια τα κεφαλάκια που αγόρασε. Η θλίψη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. Ακόμη θυμάμαι τις ζάρες στο πρόσωπο της κακόμοιρης μάνας μας... 

Φτώχεια, πείνα και το σχολειό σχολειό... Άρχισα να πουλώ σπόρια στους θερινούς κινηματογράφους και με το κέρδος αγόραζα κανένα πεπόνι ή καρπούζι και γύριζα θριαμβευτής στο σπίτι... Έτσι πέρασαν μερικά χρόνια και έφτασα στην 4η Δημοτικού. Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα αποφάσισε η Αντό να μετακομίσουμε στη Θεσ/νικη με την προσδοκία να δώσει στα ορφανά της καλύτερες ευκαιρίες. (Είναι βέβαιο ότι ο Στράτος με τεχνάσματα ιδιοποιήθηκε κτήματα και μέρος από τις ομολογίες που έδινε το κράτος στις προσφυγικές οικογένειες. Είναι ακόμη πιο βέβαιο ότι μυριζότανε καταλάβαινε τις αδικίες του Στράτου από τη μοιρασιά των αποζημιώσεων...) Λίγα λόγια για την απαράμιλη σε καλωσύνη δασκάλα μου, κυρία Παπαγάλλου. Με τις βροχές και τα χιόνια έφτανα στο σχολειό με βρεγμένες κάλτσες (σχεδόν ξυπόλυτος όπως και πολλά άλλα παιδάκια, βάδιζα στα λασποτόπια-χιονόνερα...) Με έπιανε από το χεράκι με πήγαινε κοντά στη σόμπα και μου έβγαζε τις βρεγμένες κάλτσες για να ζεσταθώ. Φυσικά αυτό γινότανε και με τα άλλα βρεγμένα παιδάκια της τάξης μας. Τέσσερες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα πήγα στο σπίτι της και της είπα: Δασκάλα η μάννα μου θα μας πάει στη Θεσ/νικη αύριο! Μου είπε: Πάμε γρήγορα στο σχολειό να σου δώσω ένα χαρτί για να γραφτείς σε σχολειό της Θεσ/νικης. Έτσι και έγινε. Έμαθα ότι μετά από αυτό ότι την άλλη μέρα παντρευότανε... Φτάσαμε στη Θεσ/νικη. Εγκατασταθήκαμε προσωρινά στο σπίτι της Θείας μας Γλυκερίας.

Αυτοβιογραφίας συνέχεια...

Η περιουσία σε χρήμα της μάνας μας δεν ξεπερνούσε τις 1.000 δρχ. Έπρεπε λοιπόν η Ξανθίππη ο Περικλής ο Βύρων αλλά και εγώ να δουλέψουμε αμέσως... Η δουλειά που κάναμε τότε ήταν το πούλημα τσιγάρων... Πήραμε από ένα ταμπλό ο καθένας βάλαμε μερικά πακέτα τσιγάρα και αρχίσαμε να τα πουλάμε στο Μετετιρανέ στα σουτζουκάκια της οδού Ρογκότη στα παραλιακά κέντρα... Υπήρχε όμως αστυνομική διάταξη που απαγόρευε ας το πούμε έτσι το επάγγελμα του μικροπωλητή χωρίς άδεια και μάλιστα στην παραλία και γενικότερα στα αριστοκρατικά κέντρα. Τι δουλειά αυτή την κάνανε και 2-3 άλλοι. Έτσι εμένα μου έδιναν όλοι μαζί 1 δραχμή κάθε βράδυ για να πηγαίνω πίσω από τον χωροφύλακα και να τους ειδοποιώ με σφυρίγματα ή με την συνθηματική λέξη "σύρμα" για να φύγουνε... Έτσι το πρωϊ και το απόγευμα  σχολειό και το βράδυ τσίλιες... 

... Και το σχολειό έγινε πανεπιστήμιο αλλά λίγο μετά το τέλος των σπουδών (Μαθηματικό Α.Π.Θ.) έμελλε και αυτός να έχει σχεδόν την μοίρα του πατέρα του ... στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της Ναζιστικής Γερμανίας... Όσο για το εμπορικό δαιμόνιο των Συλλαίων, αυτό επέζησε κάπως μέσα του μέσω της Τεχνικής Σχολής "Προμηθεύς", της οποίας υπήρξε συνιδρυτής, διευθυντής, καθηγητής, κλπ ... παράλληλα με άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες (καθηγητής στο Δελασάλ, άμισθος επιμελητής στην Πολυτεχνική Σχολή Α.Π.Θ., φροντιστήρια κλπ) Ποτέ πάντως δεν κατάφερε να μάθει πως η αγράμματη Αντό πολλαπλασίαζε διψήφιο επί διψήφιο με τα δάχτυλα!


Η γιαγιά μου Αντό καθιστή στο κέντρο, διαγωνίως μπροστά της ο πατέρας μου, και δίπλα του ένας ακόμη αδελφός (Γιάννης) που πέθανε πολύ μικρός στην Ελλάδα και ο πατέρας μου δεν αναφέρει στις  σημειώσεις του -- Ναύπλιο (;) 1924 (;)

[My father's -- Christos Baloglou, 1919-2002 -- informal recollections about his fatherless family's survival in Greece after 1922; below I translate the second (bracketed) paragraph:

Which day, which month, which year was I born? The answer, for many Anatolian Greeks born before 1920 in Asia Minor, to these questions may not be certain and here is why. Most men were dying after horrible tortures in the depths of Asia Minor (Diyarbekir and other places) amidst lice, hunger and diseases of the Labour Batallions (Amele Taburu) organised by the Turks (at the suggestion and with the guidance of the Germans), in order to cleanse Asia Minor from the Greek and Armenian elements. (In order to get rid of aliens, people of different faith, and to homogeneize the population of the entire Asia Minor.) So every mother, amidst the confusion and bewilderment of the uprooting, was trying to save only her children and some essential items allowed by the Turks (mattresses, blankets, a pot, etc). Money, liras, and the like very few families managed a bit to pass through the thorough searching of the Turks. Papers, insurance contracts and all useful stuff of this kind almost no mother had the presence of mind to take along. (Women were not allowed to receive an education.) So my mother Anto(nia), with her orphans Xanthippi 12, Pericles 9, Byron 6, me (Christos) 3, and Sevastos 1 years old, left for Greece in 1922. Anyhow, the narratives of relatives and of my mother make it clear that I was born in 1919, but, upon entering Greece, bureaucracy dictated that everybody should be given a date of birth, and mine is 9/23/1919. My homeland is Sille of/near Konya in Asia Minor. Sille had at the time about 400 Greek houses and about 400 Turkish houses. The Greek community of Sille had a library consisting of 3.500 volumes, including the famous work of Vernardakis (Ancient Greek texts with translation and extensive commentary).]