Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Παρουσίαση βιβλίου

Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά -- Ξενοδοχείο "Τιτάνια", Αθήνα, 16-12-15, 6 μμ [Λεπτομέρειες εδώ]

(Ευελπιστούμε σε παρουσίαση και στην Θεσσαλονίκη (από τον εκδότη) στους πρώτους μήνες του 2016, άτυπα το βιβλίο παρουσιάστηκε κατά τον καφέ της Ένωσης Συλλαίων στο Βυζαντινό Μουσείο στις 9-12-15.)

[Book presentation: Nelli Melidou-Kefala's Refugees from Sille of/near Konya -- Hotel "Titania", Athens, 12/16/15, 6 pm]

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Προσφυγιά-1

Με αφορμή την συμπλήρωση σήμερα 13 ετών από τον θάνατο του πατέρα μου, Χρήστου Μπαλόγλου (1919 - 2002), αλλά και την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά για την προσαρμογή των Συλλαίων προσφύγων στην Ελλάδα, αναρτώ παρακάτω αυτούσιες όσες χειρόγραφες άτυπες αναμνήσεις του κατάφερα να βρω, γραμμένες σε μεγάλη ηλικία. (Ανάλογες αναμνήσεις άλλων Συλλαίων θα ήταν επίσης ευπρόσδεκτες.)

Προσφυγιά

Κάποια μέρα του 1922 οι πιο πολλές Ελληνικές οικογένειες της Σύλλης και άλλων γειτονικών χωριών κλπ ξεκίνησαν για την Μερσίνα (λιμάνι στη Νοτιοανατολική Τουρκία) όπου μας περίμενε το Ελληνικής πλοιοκτησίας φορτηγό εμπορικό πλοίο "Αλέξανδρος" ιδιοκτησίας Εμπειρίκου. Ο θείος μου Φώτης με κρατούσε γερά με το δεξί του χέρι στη μασχάλη του γιατί ανέβαινε τις πολλές σκάλες του πλοίου και εγώ έβλεπα το μικρό κυματισμό της γκρι-μπλε βρόμικης θάλασσας σ' εκείνο το μέρος του λιμανιού όπου ήτανε αραγμένο το πλοίο. Είναι το μόνο που θυμάμαι και έχω στο μυαλό μου ακόμα καθαρή εικόνα από τη Μ. Ασία. Σίγουρα το πλοίο αυτό είτανε τόσο γεμάτο από την προσφυγιά του ξεριζωμού που ούτε καρφίτσα αν έριχνες δεν έπεφτε κάτω. Συνθήκες απροσμέτρητης δυστυχίας επικρατούσαν μέσα σ' αυτό. Πλακώσανε αρρώστειες, ψείρα, Πείνα και όλες οι καλωσύνες από την ανάποδη που δεν μπορεί να φαντασθεί ο άνθρωπος. Εκεί, μέσα στο πλοίο, ξεψύχησε ο μικρότερος από μένα αδελφός μου Σεβαστός. Στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού πέθαναν πολλά μωρά, γέροι, κλπ  

[Ποια μέρα, ποιο μήνα, ποια χρονολογία γεννήθηκα; Η απάντηση για πολλούς μικρασιάτες που γεννήθηκαν προ του 1920 στην Μ. Α. στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να είναι σίγουρη και να γιατί. Οι πιο πολλοί άντρες πέθαιναν ύστερα από φρικτά βασανιστήρια στα βάθη της Μ. Ασίας (Ντιαρ Μπεκίρ και άλλα μέρη) μέσα στην ψείρα την πείνα και τις αρρώστιες των ταγμάτων εργασίας (Αμελέ ταμπουρού) που οργάνωσαν οι Τούρκοι (Με υπόδειξη-σύσταση των Γερμανών) για να καθαρίσουνε τη Μ. Ασία από το Ελληνικό και Αρμενικό στοιχείο. (Για να απαλαχθούνε από ξένους, αλλόθρησκους, και να γίνει ομοιογενής ο πληθυσμός σ' όλη την Μ. Ασία.) Έτσι κάθε μάνα μέσα στην σύγχυση την παραζάλη του ξεριζομού φρόντιζε να σώσει μόνο τα παιδιά της και ότι απαραίτητα που επέτρεπαν οι Τούρκοι (Παπλώματα, κουβέρτες, κανένα τένζερε κλπ). Χρήματα, λίρες και τέτοια ελάχιστες οικογένειες κατάφεραν να περάσουνε λίγα από το γερό ψαχτήρι των Τούρκων. Χαρτιά, ασφαλιστικά συμβόλαια και όλα τα χρήσιμα πράγματα αυτού του είδους σχεδόν καμμιά μάνα δεν είχε την ψυχραιμία να τα πάρει. (Οι γυναίκες δεν επιτρεπότανε να μάθουνε γράμματα.) Έτσι η μάνα μου Αντό (= Αντωνία) με τα πέντε ορφανά της Ξανθίππη 12, Περικλής 9, Βύρων 6, εγώ (ο Χρήστος) 3 και ο Σεβαστός 1 ετών, πήρε το δρόμο για την Ελλάδα το 1922. Πάντως από διηγήσεις συγγενών μου και της μάννας μου βέβαιο είναι ότι γεννήθηκα το 1919 αλλά με την είσοδο μας στην Ελλάδα ήτανε γραφειοκρατική ανάγκη να δοθεί στον καθένα μας μια ημερομηνία γέννησης και η δικιά μου είναι 23-9-1919. Η πατρίδα μου είναι η Σύλλη Ικονίου Μ. Ασίας. Η Σύλλη τότε είχε 400 περίπου σπίτια ελλην. και 400 περίπου Τούρκικα. Η Ελληνική κοινότητα της Σύλλης είχε βιβλιοθήκη με 3.500 τόμους βιβλίων, μεταξύ των οποίων και το περίφημο έργο του Βερναρδάκη (Μετάφραση και εκτενή σχόλια αρχαίων κειμένων).]  


Ναύπλιο [Πάτρα]

Κάποια μέρα φτάσαμε στο Ναύπλιο όπου μείναμε κάπου 1 χρόνο. Μετά πήγαμε στην Πάτρα. Ο θείος μας Δημητρός άρχισε να στέλνει δολάρια από την Αμερική στον αδελφό του Στράτο για όλους μας με εντολή εμάς τους μικρούς (Ξανθίππη, Περικλή. Βύρων και φυσικά αργότερα εμένα) να μας εγγράψει στα καλύτερα ιδιωτικά Σχολεία της Πάτρας... Ο Στράτος φρόντιζε όμως μόνο, και πολύ λίγο μάλιστα, για το φαγητό μας γιατί είχε άλλα στο νου του. Άνοιξε κατάστημα χονδρικής πώλησης αποικιακών ειδών (Λίγο θυμάμαι από το μαγαζί αυτό τις δυο καθιστές ζυγαριές του) και τα βράδια ξενυχτούσε στα κέντρα με τις Πατρινές που λοιπόν να περισσέψουνε χρήματα και μυαλό για τα παιδιά της ετεροθαλούς αδελφής του της Αντός... Φυσικά ο Στράτος με την μάνα του Αγγελική και την αδελφή του Βασιλική νοικιάσανε σπίτι σε μια από τις καλύτερες γειτονιές της Πάτρας και την Αντό την έβαλε μαζί με τα παιδιά της σε μια παράγκα... Εγώ έπαιζα με τα άλλα τα παιδάκια της γειτονιάς (από τις παράγκες).

Σ' αυτή τη γειτονιά μια δασκάλα-νηπιαγωγός μάζευε τα παιδάκια και τα δίδασκε κυρίως την Ελληνική γλώσσα χωρίς να παίρνει λεφτά. Η αγράμματη μάνα μου μόλις το έμαθε με πήγε και μένα στη δασκάλα αυτή. Εγώ όμως είχα καλομάθει στα παιγνίδια στις αλάνες της γειτονιάς μαζί με τα άλλα παιδάκια... Φασαρία λοιπόν να μη πάω στη δασκάλα αυτή (Πρέπει να είναι πολύ παρα πολύ κουτό ή παρα πολύ έξυπνο ένα παιδάκι 4 ετών περίπου να θέλει γράμματα αντί το παιγνίδι.) Η Αντό όμως είχε μυαλό... Αγόρασε ένα σακκουλάκι καραμέλες το έδωσε στην δασκάλα με την παράκλιση να δώσει σε μένα (και που και που και στα άλλα παιδάκια...) κάθε μέρα μια καραμέλα. Αυτό ήταν. Φουλαριστός κάθε πρωί πρώτος πρώτος να πάω στη καλή μου τη δασκάλα που μοιράζει καραμέλες. Έτσι με το τέχνασμα αυτό της μάνας μου (Που μ' αυτό το τέχνασμα έπρεπε να της δώσουνε τιμής ένεκεν δίπλωμα παιδαγωγού) αγάπησα τα γράμματα, το σχολείο.

[Βέρροια]

Δεν ξέρω για ποιους λόγους ο Θείος Στράτος απεφάσισε να πάμε από την Πάτρα στη Βέρροια. (Φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει στην Πάτρα την Αντό με τα παιδιά της γιατί θα έχανε τα τσεκ με τα δολάρια που έστελνε ο θείος μου και ετεροθαλής αδελφός της μάνας μας Δημητρός επ' ονόματι της Αντός και τα οποία εισέπραττε αυτός με διάφορα τεχνάσματα αλλά και διότι δεν υπήρχε άλλη λύση για την Αντό παρά να δίνει τα τσεκ στον Στράτο και αυτός να μας δίνει ψίχουλα για να ζήσουμε αφού ούτε γράμματα ούτε ελληνική γλώσσα ήξερε η Αντό...)

Οι δουλειές του Θείου Δημητρού στην Αμερική λιγόστεψαν και λιγόστεψαν τα δολάρια... Κατά καλή μας τύχη στη Βέρροια υπήρχε ένας βιοτέχνης-κατασκευαστής-πωλητής χαλιών. Η μάννα μας η Αντό εκτός από το νοικοκυριό και την οικονομία είχε μάθει άριστα την τέχνη κατασκευής χαλιών. Πήρε από αυτόν τα σχετικά εργαλεία και για να μας θρέψει άρχισε να κάνει χαλιά από τα χαράματα μέχρι το σκοτείνιασμα. Έμαθε την τέχνη αυτή και στην αδελφή μας Ξανθίππη. Τα έσοδα όμως δεν φτάνανε. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε στον στρατώνα τα μεσημέρια στην ώρα του συσίτιου για να γεμίζουμε κανένα δοχείο με αποφάγια για να γεμίζουμε την κοιλιά μας... Πηγαίναμε στα χωράφια και μαζεύαμε όσα κρομμύδια φασόλια ροβίθια και άλλα είδη όσα έμεναν ύστερα από το μάζεμα-θερισμό του χωραφιού από τον ιδιοκτήτη γεωργό. (Αυτά τα αμάζευτα που μένουνε στα χωράφια οι γεωργοί τα λέγανε μπασάκια.) Μια μέρα όπως επιστρέφαμε από τα χωράφια βρήκαμε ένα τσουβάλι κρομμύδια γλυκά. Τι χαρά που κάναμε! Μια φορά όταν παρέδωσε το χαλί και πληρώθηκε η Αντό αποφάσισε να μας ταΐσει καλά. Αγόρασε δυο αρνίσια κεφάλια τα μαγείρεψε και γεμάτη χαρά έστρωσε το τραπέζι για να φάμε... Πρώτος ο Περικλής: Μαμά βρωμάει! Πάψε παλιόπαιδο! Μαμά βρωμάει ο Βύρων και η Ξανθίππη! Το πήρε απόφαση ότι πραγματικά ήτανε βρώμια τα κεφαλάκια που αγόρασε. Η θλίψη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. Ακόμη θυμάμαι τις ζάρες στο πρόσωπο της κακόμοιρης μάνας μας... 

Φτώχεια, πείνα και το σχολειό σχολειό... Άρχισα να πουλώ σπόρια στους θερινούς κινηματογράφους και με το κέρδος αγόραζα κανένα πεπόνι ή καρπούζι και γύριζα θριαμβευτής στο σπίτι... Έτσι πέρασαν μερικά χρόνια και έφτασα στην 4η Δημοτικού. Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα αποφάσισε η Αντό να μετακομίσουμε στη Θεσ/νικη με την προσδοκία να δώσει στα ορφανά της καλύτερες ευκαιρίες. (Είναι βέβαιο ότι ο Στράτος με τεχνάσματα ιδιοποιήθηκε κτήματα και μέρος από τις ομολογίες που έδινε το κράτος στις προσφυγικές οικογένειες. Είναι ακόμη πιο βέβαιο ότι μυριζότανε καταλάβαινε τις αδικίες του Στράτου από τη μοιρασιά των αποζημιώσεων...) Λίγα λόγια για την απαράμιλη σε καλωσύνη δασκάλα μου, κυρία Παπαγάλλου. Με τις βροχές και τα χιόνια έφτανα στο σχολειό με βρεγμένες κάλτσες (σχεδόν ξυπόλυτος όπως και πολλά άλλα παιδάκια, βάδιζα στα λασποτόπια-χιονόνερα...) Με έπιανε από το χεράκι με πήγαινε κοντά στη σόμπα και μου έβγαζε τις βρεγμένες κάλτσες για να ζεσταθώ. Φυσικά αυτό γινότανε και με τα άλλα βρεγμένα παιδάκια της τάξης μας. Τέσσερες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα πήγα στο σπίτι της και της είπα: Δασκάλα η μάννα μου θα μας πάει στη Θεσ/νικη αύριο! Μου είπε: Πάμε γρήγορα στο σχολειό να σου δώσω ένα χαρτί για να γραφτείς σε σχολειό της Θεσ/νικης. Έτσι και έγινε. Έμαθα ότι μετά από αυτό ότι την άλλη μέρα παντρευότανε... Φτάσαμε στη Θεσ/νικη. Εγκατασταθήκαμε προσωρινά στο σπίτι της Θείας μας Γλυκερίας.

Αυτοβιογραφίας συνέχεια...

Η περιουσία σε χρήμα της μάνας μας δεν ξεπερνούσε τις 1.000 δρχ. Έπρεπε λοιπόν η Ξανθίππη ο Περικλής ο Βύρων αλλά και εγώ να δουλέψουμε αμέσως... Η δουλειά που κάναμε τότε ήταν το πούλημα τσιγάρων... Πήραμε από ένα ταμπλό ο καθένας βάλαμε μερικά πακέτα τσιγάρα και αρχίσαμε να τα πουλάμε στο Μετετιρανέ στα σουτζουκάκια της οδού Ρογκότη στα παραλιακά κέντρα... Υπήρχε όμως αστυνομική διάταξη που απαγόρευε ας το πούμε έτσι το επάγγελμα του μικροπωλητή χωρίς άδεια και μάλιστα στην παραλία και γενικότερα στα αριστοκρατικά κέντρα. Τι δουλειά αυτή την κάνανε και 2-3 άλλοι. Έτσι εμένα μου έδιναν όλοι μαζί 1 δραχμή κάθε βράδυ για να πηγαίνω πίσω από τον χωροφύλακα και να τους ειδοποιώ με σφυρίγματα ή με την συνθηματική λέξη "σύρμα" για να φύγουνε... Έτσι το πρωϊ και το απόγευμα  σχολειό και το βράδυ τσίλιες... 

... Και το σχολειό έγινε πανεπιστήμιο αλλά λίγο μετά το τέλος των σπουδών (Μαθηματικό Α.Π.Θ.) έμελλε και αυτός να έχει σχεδόν την μοίρα του πατέρα του ... στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της Ναζιστικής Γερμανίας... Όσο για το εμπορικό δαιμόνιο των Συλλαίων, αυτό επέζησε κάπως μέσα του μέσω της Τεχνικής Σχολής "Προμηθεύς", της οποίας υπήρξε συνιδρυτής, διευθυντής, καθηγητής, κλπ ... παράλληλα με άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες (καθηγητής στο Δελασάλ, άμισθος επιμελητής στην Πολυτεχνική Σχολή Α.Π.Θ., φροντιστήρια κλπ) Ποτέ πάντως δεν κατάφερε να μάθει πως η αγράμματη Αντό πολλαπλασίαζε διψήφιο επί διψήφιο με τα δάχτυλα!


Η γιαγιά μου Αντό καθιστή στο κέντρο, διαγωνίως μπροστά της ο πατέρας μου, και δίπλα του ένας ακόμη αδελφός (Γιάννης) που πέθανε πολύ μικρός στην Ελλάδα και ο πατέρας μου δεν αναφέρει στις  σημειώσεις του -- Ναύπλιο (;) 1924 (;)

[My father's -- Christos Baloglou, 1919-2002 -- informal recollections about his fatherless family's survival in Greece after 1922; below I translate the second (bracketed) paragraph:

Which day, which month, which year was I born? The answer, for many Anatolian Greeks born before 1920 in Asia Minor, to these questions may not be certain and here is why. Most men were dying after horrible tortures in the depths of Asia Minor (Diyarbekir and other places) amidst lice, hunger and diseases of the Labour Batallions (Amele Taburu) organised by the Turks (at the suggestion and with the guidance of the Germans), in order to cleanse Asia Minor from the Greek and Armenian elements. (In order to get rid of aliens, people of different faith, and to homogeneize the population of the entire Asia Minor.) So every mother, amidst the confusion and bewilderment of the uprooting, was trying to save only her children and some essential items allowed by the Turks (mattresses, blankets, a pot, etc). Money, liras, and the like very few families managed a bit to pass through the thorough searching of the Turks. Papers, insurance contracts and all useful stuff of this kind almost no mother had the presence of mind to take along. (Women were not allowed to receive an education.) So my mother Anto(nia), with her orphans Xanthippi 12, Pericles 9, Byron 6, me (Christos) 3, and Sevastos 1 years old, left for Greece in 1922. Anyhow, the narratives of relatives and of my mother make it clear that I was born in 1919, but, upon entering Greece, bureaucracy dictated that everybody should be given a date of birth, and mine is 9/23/1919. My homeland is Sille of/near Konya in Asia Minor. Sille had at the time about 400 Greek houses and about 400 Turkish houses. The Greek community of Sille had a library consisting of 3.500 volumes, including the famous work of Vernardakis (Ancient Greek texts with translation and extensive commentary).]
    

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

"Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου"

Κυκλοφορεί από τις αρχές του μήνα (Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη) το πολυαναμενόμενο βιβλίο της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά (πρώην διευθύντριας του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας-Θράκης) 

Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου -- η προσαρμογή ενός πληθυσμού εμπόρων στην Ελλάδα

Το βιβλίο αυτό είναι, με ελάχιστες αλλαγές, η μεταπτυχιακή διατριβή της συγγραφέως στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου το 1987^ βασίζεται σε συνεντεύξεις Συλλαίων προ τριακονταετίας -- τμήματα των οποίων έχουν συμπεριληφθεί σε CD που συνοδεύει το βιβλίο -- σχολιασμένες εύστοχα και κατά θεματική ενότητα από την συγγραφέα.

Το κείμενο του βιβλίου χωρίζεται σε τρία μέρη: ΣΤΗ ΣΙΛΛΗ 1900 - 1924 (σελ. 19 - 100)*, ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1924 - 1956 (σελ. 101 - 144)**, Η ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (σελ. 145 - 168)***. Υπάρχουν επίσης πολλές φωτογραφίες, και 'αρχειακές' (σελ. 196 - 229) και σύγχρονες, από το ταξίδι της συγγραφέως (και της Ένωσης Συλλαίων) στην Σύλλη το 2010, που, όπως γράφει η ίδια στον Πρόλογο, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της να εκδοθεί [τελικά] το βιβλίο (σελ. 230 - 251). Το βιβλίο συμπληρώνουν σύντομα βιογραφικά των πληροφορητών Συλλαίων (πρώτης γενιάς, γεν. 1894 - 1914, δεύτερης γενιάς, γεν. 1917 - 1933, τρίτης γενιάς, γεν. 1943 -), δισέλιδο Γλωσσάρι, και πεντασέλιδη Σύνοψη στα Αγγλικά.

Θα χαρακτήριζα το βιβλίο 'ευχάριστα χαοτικό', καθώς, παρά την ταξινόμηση τους ανά θέμα, οι συνεντεύξεις σπρώχνουν συνεχώς τον αναγνώστη προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Οι εκπλήξεις είναι πολλές, διαβάζουμε για παράδειγμα για σπίτια με σαλόνι στο οποίο μπορούσαν τα παιδιά να κάνουν ποδήλατο, για παιδιά πρώτης δημοτικού που μπορούσαν να ξεχωρίζουν τον "πίλο" (καπέλο) από τον "πηλό" (λάσπη), για Συλλαίες ράφτρες που έραβαν ακόμη και για γυναίκες από το Χαλέπι, για Τούρκους της Σύλλης που άρχισαν να κυριαρχούν σε επαγγέλματα όπως του κτίστη και του αγγειοπλάστη λόγω της στροφής των Συλλαίων στο εμπόριο, για άνδρες που μέσα στην Σύλλη τραγουδούσαν "Βενιζέλαρε πατέρα της πατρίδας", για γυναίκες που μόλις είδαν την θάλασσα είπαν "να μας σφάξουν οι Τούρκοι, στο βαπόρι δεν μπαίνουμε", για Συλλαίους που πετροβολούσαν καταστήματα Εβραίων τις Κυριακές στην Θεσσαλονίκη, για τον πρώτο χορό Συλλαίων και Ικονιωτών που ματαιώθηκε λόγω του Βενιζελικού Κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935, κλπ    

Αν και κυρίως λαογραφικό, το βιβλίο έχει και σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς ρίχνει αρκετό φως στις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων πριν, κατά την διάρκεια, και αμέσως μετά την Μικρασιατική Εκστρατεία (αλλά και το τοπικό αντικεμαλικό κίνημα του Ντελημπάς). Θίγονται, χωρίς φόβο και πάθος, και οι καλές και οι κακές στιγμές της συνύπαρξης, και προκύπτει το συμπέρασμα ότι, παρά τα γενικότερα προβλήματα, και τα πολλά θύματα (είτε με επιτόπιες εκτελέσεις είτε μέσω της Εξορίας), οι σχέσεις με τους Τούρκους της Σύλλης ήταν πολύ καλές. Στο θέμα της Εξορίας ξεχωρίζει η αφήγηση του Θόδωρου Μακρίδη, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η μαρτυρία του Μιχάλη Παναγιωτίδη για την παρουσία του Γερμανού αρχιστρατηγού του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Λίμαν φον Σάντερς στην Σύλλη το 1920 (για να επιθεωρήσει τα εκπαιδευόμενα Τουρκικά στρατεύματα) και το τραγούδισμα από την Φεβρωνία Παπαδημητρίου ενός Τουρκικού/Κεμαλικού πολεμικού άσματος (που τραγουδούσαν οι εκπαιδευόμενοι Τούρκοι στρατιώτες).

Επί του κυρίως θέματος, νομίζω ότι η συγγραφέας πετυχαίνει να δέσει τις αναμνήσεις των Συλλαίων 'πρώτης γενιάς', που ήταν δηλαδή σε θέση να έχουν άμεσες μνήμες από την Σύλλη, με τις εντυπώσεις των Συλλαίων δεύτερης και τρίτης γενιάς, βασισμένες σε όσα άκουσαν από γονείς και γιαγιάδες. Προκύπτει μία εικόνα ευμάρειας (και συνακόλουθη αίσθηση ανωτερότητας) των Συλλαίων, τόσο σε σχέση με τους Τούρκους της Σύλλης, όσο και σε σχέση με τους εντόπιους Έλληνες (αλλά και Εβραίους ακόμη) που γνώρισαν αργότερα. Η προσαρμογή στην Ελληνική πραγματικότητα ήταν σχετικά άνετη για τους περισσότερους, ακριβώς λόγω της εμπορικής παράδοσης και νοοτροπίας κινητικότητας που τους διέκρινε. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η απασχόληση αρκετών Συλλαίων στους σιδηροδρόμους, συνεχίζοντας την σχετική παράδοση από την Τουρκία, όπως και η επιβίωση αρκετών γυναικών (ιδίως σε οικογένειες που έμειναν ακέφαλες) μέσω της ταπητουργίας που γνώριζαν από την Σύλλη. Σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε μετακίνηση των προσφύγων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ αυτοί που ασχολήθηκαν με την γεωργία ήταν ελάχιστοι. Διαφαίνεται και μία τάση να συνεχίζει ο πρωτότοκος γιος την δουλειά του πατέρα, αφήνοντας ενδεχομένως τον δευτερότοκο να ασχοληθεί με κάτι άλλο ή να σπουδάσει.

Κατάθεση ψυχής των Συλλαίων ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, το βιβλίο της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά θα συγκινήσει όσους έχουν Συλλαίικη ή και ευρύτερη Μικρασιατική καταγωγή, και γενικότερα θα ενδιαφέρει όσους ασχολούνται με ιστορικά και λαογραφικά, αλλά ακόμη και οικονομικά, θέματα, ενώ το καθιστά τραγικά επίκαιρο η τρέχουσα προσφυγική κρίση και το μέγα θέμα της υποδοχής και προσαρμογής των εκπατριζομένων πληθυσμών.

*Η Σίλλη. Ο τόπος, οι κάτοικοι -- Ασχολίες κατοίκων. Εσωτερική - εξωτερική μετανάστευση "από τη Σίλλη όλοι στο κουρμπέτι..." -- Το σπίτι -- Η θέση της γυναίκας. "Όταν δεν έχεις γλώσσα (να μιλάς) κι από δαχτυλίδι περνάς." -- Η εκπαίδευση. "Δάσκαλε, το κρέας δικό σου τα κόκκαλα δικά μου."-- Η κοινωνία της Σίλλης -- Η τομή 1920-1924  

**Στην Ελλάδα 1924-1935. Αγώνας για την επιβίωση και προσαρμογή -- Οι "άνομοι" Εβραίοι -- Οι Σιλλαίοι και οι Ελλαδίτες -- Οι Σιλλαίοι μεταξύ τους και οι άλλοι πρόσφυγες -- Ένταξη στην Ελληνική κοινωνία. 1935-1956

***Η πρώτη γενιά -- Η δεύτερη γενιά -- Η τρίτη γενιά 

[Nelli Melidou-Kefala's book Refugees from Sille (of/near Konya): the adaptation of a community of merchants in Greece was published early this month in Thessaloniki. The book describes both life in Sille until 1924 (and relations with local Turks) and assimilation into Greek society through 1956 (and relations with local Greeks, Thessalonian Jews, and other Anatolian Greeks). It is based on interviews with Silleans in the mid-80's, parts of which are recorded in an accompanying CD.]

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Άρθρα Τάκη Σαλκιτζόγλου

Τα παρακάτω άρθρα του Προέδρου της Ένωσης Συλλαίων και άοκνου μελετητή της Σύλλης, Τάκη Σαλκιτζόγλου, βρίσκονται στην ιστοσελίδα της Ένωσης Συλλαίων που πρόσφατα άρχισε το ταξίδι της (βλέπε αμέσως προηγούμενη ανάρτηση):

Η μονή του Αγίου Χαρίτωνος στη Σύλλη του Ικονίου

(Εκτενές άρθρο για το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Χαρίτωνα.)

Το βαρύτιμο παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης στο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Σύλλης

(Θρυλούμενη προέλευση και πρόσφατη επιστροφή του παραπετάσματος.)

Το πέτρινο γεφύρι της Σύλλης

(Αναπάντεχη ιστορική σύνδεση του γεφυριού με δύο πολιορκητές του Μεσολογγίου.)

Ο Συλλαίος

(Πληροφορίες για την Σύλλη μέσα από μία μυθιστορία του 1909.)

Το σωτήριο τέχνασμα

(Πως ένας έφηβος της Σύλλης απέφυγε την εξορία τον Αύγουστο του 1921.)

Η εικόνα της Αγίας Βαρβάρας

(Αφήγηση Συλλαίας γιαγιάς για εμφάνιση της ίδιας της Αγίας Βαρβάρας στην Σύλλη!)

Η καμπάνα του ναού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Σύλλης

(Τι απέγινε άραγε η ιστορική καμπάνα που άφησαν πίσω τους οι Συλλαίοι το 1924;)

Η Χριστιανική παράδοση για την Αγία Θέκλα

(Η επιβίωση του θρύλου της Αγίας του Ικονίου στην Σύλλη.)

Η μονή του Αγίου Χαρίτωνος στη Σύλλη του Ικονίου

(Συντομότερη παραλλαγή του πρώτου άρθρου.)

[Various articles about Sille by the President of the Sillean Union, Takis Salkitzoglou.]



Ιστοσελίδα Ένωσης Συλλαίων

Χάρις στον Αλέξανδρο Οικονομίδη, η Ένωση Συλλαίων έχει πλέον την δική της ιστοσελίδαhttp://enosi-syllaion.gr/sille/ : εκεί θα δημοσιεύονται διάφορες ανακοινώσεις σχετικά με τις δραστηριότητες της Ένωσης, και εκεί θα αποτίθενται διάφορα άρθρα, κειμήλια, κλπ σχετικά με την Σύλλη. Το παρόν ιστολόγιο συνεχίζει όπως περίπου το ξέρατε, με άτυπη παράθεση διαφόρων πληροφοριών και γεγονότων Συλλαίικου ενδιαφέροντος.

[Web page of the Sillean Union at http://enosi-syllaion.gr/sille/ ]

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Ανάστα Σμυρναίου

Την ακούσαμε να τραγουδάει στην διάρκεια της πρόσφατης ομιλίας της Σοφίας Καραγαβριηλίδου που διοργάνωσε η Ένωση Συλλαίων στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης. Ο πρόεδρος της Ένωσης, Τάκης Σαλκιτζόγλου, μου έστειλε το άρθρο ΧΑΤΖΗΟΥΣΤΑΛΑΡ του Αργύρη Πετρονώτη από τον Εικοστό Τόμο των Μικρασιατικών Χρονικών (σελ. 197-260), αφιερωμένο στον πατέρα της Ανάστας Σμυρναίου, πρωτομάστορα Χατζή-Αντώνη Χατζηθεοδωρίδη, και στους δύο αδελφούς του, μαστόρους κι αυτούς: παραθέτω κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία από το άρθρο αυτό παρακάτω.

-- η Ανάστα Σμυρναίου έφτασε στην Ελλάδα, στην Πρέβεζα συγκεκριμένα, σε ηλικία 5 ετών, το πρωί της 12ης Δεκεμβρίου 1924, στην αγκαλιά της νεκρής από το κρύο θείας της

-- το πλοίο είχε βεβαίως ξεκινήσει από την Μερσίνα, την πορεία προς την οποία από το Ικόνιο -- όπου κυρίως έζησε ο πατέρας της, γιος Πόντιου βοσκού και κρυπτοχριστιανής, ύστερα από τον γάμο του με την Συλλαία Μαρή Κιολέογλου το 1907 -- αποθανάτισαν οι πρόσφυγες σε "ραστ" μοιρολόι (και διέσωσε η Ανάστα) ως εξής:

Μερσίν γιολαριντά τοϋτοΰ(γι)ορ

Στο δρόμο για την Μερσίνα καπνός σηκώθηκε ντουμάνι,

Μιστιάν εβλεριντέ μπαϊκουσλάρ οτιγιόρ

Στο χωριό Μιστιάν έχουν ξεσηκωθεί (φεύγουν), ερήμωσαν τα σπίτια (οι κουκουβάγιες φωλιάζουν),

Αννά μπου μουατζερλίκ ολουμντέν μπεττέρ

Μάνα μου, αυτή η προσφυγιά, χειρότερη από (το) θάνατο.

Αμάν Αλλαχίμ αμάν σενινλέ ντιλέ.

Αμάν, Θεέ μου, αμάν! Άκουσε το παράπονό μας, ας είσαι μαζί μας!

Κιλσενίν ονοϋντέ μπιρ μπινά ντασί

Μπροστά στην εκκλησία είναι μια μεγάλη πέτρα.

τσεκίν κιρατιμί μπινσίν μπίνμπασι

Τραβήχτε το άσπρο μου άλογο ν' ανέβει ο χιλίαρχος,

ματζουρλάν οϋστοϋντέ τσαβουσούνμπασι

πάνω στους πρόσφυγες, είναι στους τσαούσηδες αρχηγός.

ντινί μπιρ ογρούνα γκιντέν γιαβουρλάρ

Στον ώμο τον δικό τους πηγαίνουμε εμείς οι άμοιροι.

Γιαλβαρίν κιλσεγιέ τζαμί ολμάσιν

Παρακάλεσε, η εκκλησία τζαμί να μη γίνει,

μπιλμεντίκ μιλλετλέρ ναμάζ κίλμασιν

άνθρωποι που δεν είναι χριστιανοί να μην κάνουν (εκεί) ναμάζ,

μπακινίζ κιλσεγιά χιτσμπίρ κάλμασι

κοιτάχτε μέσα στην εκκλησία να μη μείνει τίποτα.

Αμάν Αλλάχ αμάν σενινλέ ντιλέ.

Αμάν, Θεέ μου, αμάν! Άκουσε το παράπονό μας, ας είσαι μαζί μας!

Σου νταγίν αρτιντά γιαρελί τσοκ τουρ

Πίσω από το βουνό πολλοί πληγωμένοι υπάρχουν

γκελμέ ντοκτόρ γκελμέ τσαρεσί γιοκ τουρ

Μην έρχεσαι, γιατρέ, μην έρχεσαι, δεν υπάρχει γιατρειά.

μπιρ Αλλαχτάν μπασκά κιμσεσί γιοκ τουρ

ούτε ο Θεός δεν μπορεί να τους γιατρέψει.

ντινί μπιρ ογρούνα γκιντέν γιαβρουλάρ,

Στον ώμο τον δικό τους πηγαίνουμε εμείς οι άμοιροι.

Σαμπαχτάν καλκτίμ γκιουνές παρλάγιορ

Σηκώθηκα το πρωί και ο ήλιος λάμπει^ [όμως]

τσετελέρ οτουρμούς πουτσάκ γιαγλάγιορ

κάθισαν οι τσέτες κι ακονίζουν τα μαχαίρια τους.

Ερμενίκιζλαρί/Ουρούμκιζλαρί γιαμάν αγλάγιορ

Και οι Αρμενοπούλες/Ρωμιοπούλες θρηνούν και κλαίνε.

ντινί επίρ ογρούνα γκιντέν γιαβουρλάρ.

Αμάν, Θεέ μου, αμάν! Άκουσε το παράπονό μας, ας είσαι μαζί μας!

-- ο πατέρας της Ανάστας -- που "έκανε φιλίες και με τους Μουσουλμάνους, αλλά μόνο με Μπεκτασήδες και Μεβλεβήδες, τους Οσμανλήδες ούτε τους ήθελε ούτε τους συναναστρεφόταν" -- έσμιξε με την οικογένεια του στην Ελλάδα το 1925, ύστερα από εξορία στο Ντιγιάρμπεκιρ, όπου έσωσε την ζωή την δική του και πολλών άλλων τελειώνοντας το χτίσιμο του ημιτελούς "Τζαμιού της Εξορίας" -- το σημαντικότερο από μια άποψη έργο του από όλα τα άλλα στην Τουρκία και στην Ελλάδα (αλλά και στην Παλαιστίνη (1903-1907) και Ρωσία (1916-1917))!

-- αν και τραγουδούσε στα Τούρκικα και επιθυμούσε "να ταφεί στο Ικόνιο", η Ανάστα Σμυρναίου πρόλαβε να γράψει και κάτι, στα Ελληνικά επιτέλους, σε ρυθμό "χετζάζ-χιτζασκάρ", για τον μαρτυρικό μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο:

Λαμπερός αστέρας,
αετός της Ιωνίας,
των Ορθοδόξων Χριστιανών
ο πατέρας και ποιμήν,
αρχιεπίσκοπος των Ελλήνων Σμυρνιών,
     Τεριρέμ........
Του Χριστού ήσουν μιμητής,
της αγάπης και στοργής,
της αγάπης τύπος και στοργής.
      Τεριρέμ......
Τώρα βρίσκεσαι στα ύψη,
ναι, στα ύψη,
Είσαι στην καρδιά μας, Χρυσόστομε.
Η μνήμη σου αιώνια...



[Lament of Greek/Armenian exchangees traveling from Konya to Mersina in late 1924, preserved and translated from Turkish by Anasta Smyrnaiou.]

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

"Τραγούδια και Χοροί της Σύλλης"

Η Ένωση Συλλαίων καλεί τα μέλη και τους φίλους της στην ομιλία της κ. Σοφίας Καραγαβριηλίδου με θέμα "Τραγούδια και Χοροί της Σύλλης", την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015, στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (Μέγαρο Μπίλλη), Πλατεία Ιπποδρομίου, 6 μμ. Η ομιλία βασίζεται σε πολύχρονες έρευνες και εκτενές αρχειακό υλικό της ομιλήτριας, και έχει την υποστήριξη του Δήμου Θεσσαλονίκης.

[Lecture (10/9/15, Thessaloniki History Center, 6 pm) by Sophia Karagavriilidou about Sillean songs and dances.]

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Εορτασμός του Αγίου Χαρίτωνος

Η Ένωση Συλλαίων θα τιμήσει τη μνήμη του Αγίου Χαρίτωνος με ειδική λειτουργία και αρτοκλασία στον ιερό ναό Αγίων Ασωμάτων (Σταθμός Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου - Θησείο) στις 27 Σεπτεμβρίου 2015 και ώρα 9:ΟΟ π.μ.

Θα ακολουθήσει παράθεση πρωινού καφέ, ροφήματος κ.λ.π. στην αυλή της εκκλησίας, όπου θα γνωριστούμε καλύτερα όλοι οι συμπατριώτες και συνδαιτυμόνες.

[Special St. Chariton liturgy at Agion Asomaton church on Sunday 9/27/15, 9 am]

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Το παλιό χαμάμ

Αντί της εκδρομής που δεν έγινε ... ένα μικρό απόσπασμα (σελ. 172) από το Οδοιπορικό (Ιούλιος 2005*) της εκλεκτής φίλης και 'επίτιμης Συλλαίας' Σοφίας (Φούλης) Καραγαβριηλίδου (αυτοέκδοση 2009, 2015):

Το χαμάμ είναι πολύ ωραίο. Βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του [Ελληνικού] συνοικισμού. Κάποιος Τούρκος, έχει σπαρμένα λαχανικά στην αυλή, που είναι περιφραγμένη με μανδρότοιχο. Μας βοηθούν να μπούμε μέσα. Απέναντι από το χαμάμ, υπάρχει το παλιό πλυσταριό με την βρύση στην αυλή του. Έχει ψηλό φράχτη και άλλη μία βρύση στην εξωτερική πλευρά του φράχτη. Στον εσωτερικό χώρο, που είναι αρκετά μεγάλος, υπάρχει σειρά από τζάκια, για τα καζάνια της πλύσης. Ο οικισμός έχει ανοιχτοσιές και πλατειούλες. Βρίσκω, κατά πάσα πιθανότητα, το σπίτι του παππού της κ. Εύας. Όπως είχε πει, από τον Αρχάγγελο, παίρνεις το δρόμο αριστερά λίγο λοξά και ανηφορικά. Στον πρώτο δρόμο δεξιά, που είναι σε μικρή απόσταση, στρίβεις και λίγο πιο πέρα είναι το σπίτι του Ταλιανίδη στο δεξί σου χέρι. Είναι διώροφο, είχε πει, με αυλή στο πλάι και πολλά παράθυρα στον όροφο. Σήμερα, το βρήκαμε με τον επάνω όροφο κατεστραμμένο. Φαίνεται ότι ο επάνω όροφος είχε προεξοχή. Στην πρόσοψη υπάρχει μία κληματαριά. Έξω από το σπίτι, μια παρέα γυναικών, κάθονταν κάτω στο δρόμο στη σκιά του σπιτιού. Ήταν οι μοναδικές ψυχές -- εκτός από μερικά παιδιά που συναντήσαμε έξω από το πλυσταριό -- που είδαμε να κυκλοφορούν. 

*Θεσσαλονίκη - Κωνσταντινούπολη - Κιουτάχεια - Αιζανοί - Ικόνιο - Σίλλη - Ιλγκίν - Άκσεχιρ - Ισπάρτα - Ντένιζλι - Παμούκαλε - Κασαμπάς - Πάρσα - Κριτζαλιά - Ουσάκ - Κούλα - Προύσα - Κωνσταντινούπολη - Θεσσαλονίκη


[A brief look at Sille's Greek neighbourhood and its public bath (hamam) ... from Sophia Karagavriilidou's July 2005 Trek (self-published in 2009 and 2015).]

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Εκδρομή στην Σύλλη (23-27 Αυγούστου 2015)

Η Ένωση Συλλαίων οργανώνει τετραήμερη αεροπορική εκδρομή στο Ικόνιο (με δυνατότητα διήμερης επέκτασης στην Καππαδοκία). Λεπτομέρειες εδώ, επίσης στον πρώτο τριμηνιαίο καφέ των Συλλαίων Θεσσαλονίκης (Βυζαντινό Μουσείο, Πέμπτη 11 Ιουνίου 7 μμ)

[22-6-15] Δυστυχώς η εκδρομή ματαιώθηκε, κυρίως λόγω των γενικότερων δυσμενών περιστάσεων.

Ευελπιστούμε σε μελλοντική εκδρομή στην μακρινή πατρίδα.

Όποιος έχει δει το Ικόνιο έχει δει τον κόσμο όλο [παλιά Τουρκική παροιμία]

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Το γυάλινο μάτι του σουλτάνου

[Σημείωση 15-5-2017: το παραμύθι αυτό συμπεριλήφθηκε στο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαργαρίτη ΓΙΕΡΣΗ (Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Απρίλιος 2017), συγκεκριμένα στις σελίδες 426-429, παρέμβλητο στην ενότητα "Κυριακή του Πάσχα, 3 Απριλίου 1922".] 

Το παρακάτω 'ανατολίτικο' παραμύθι διέσωσε η συγγραφέας Αργυρώ Μαργαρίτη όταν το άκουσε από άγνωστη κυρία στην ιδρυτική συνάντηση της Ένωσης Συλλαίων στις 4-5-09. Έφτασε στα χέρια μου χάρις στον ταμία της Ένωσης, Σίλβεστρο Παπάζογλου, και το διάβασα κατά την κοπή βασιλόπιτας της Ένωσης στην Θεσσαλονίκη στις 15-2-15. Όποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω για την προέλευση του ας μας ενημερώσει:

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σουλτάνος πολύ πλούσιος αλλά άσκημος. Μικροκαμωμένος, καμπούρης και στραβοκάνης. Το μόνο ωραίο πάνω του ήταν τα μάτια του. Τσακίρικα, με μεγάλα τσίνορα, κάτω από φρύδια πυκνά που τα φρουρούσανε σα βουνά δασωμένα. Οι γυναίκες στο χαρέμι βαρυγκωμούσανε σα τον πρωτοβλέπανε. Μα άμα τις κοίταγε γλυκά με κείνα τα μάτια τα μοναδικά, αυτές πέφτανε στην αγκαλιά του σα σεκερλουκούμ.

Μια μέρα όπως κυνηγούσε στο δάσος, ορμάει πάνω του ένα ελάφι, τον ρίχνει κάτω και πριν προλάβουν οι δικοί του, κάνει μια και με τα χοντρά κέρατα του βγάνει το ένα μάτι. Πήγε να πεθάνει ο σουλτάνος. Μη στεναχωριέσαι, πατισάχ, του είπε ο βεζίρης του. Μου 'πανε πως κάπου στη Σύλλη, υπάρχει ένας μάστορας, Μουχάς Αϊβατζόγλου στο όνομα, που κουλαντρίζει το γυαλί σα να 'ναι ζυμαράκι. Αυτός θα σου φτιάξει ένα μάτι ολόιδιο με το χαμένο που κανείς δε θα καταλαβαίνει τη διαφορά. Έτσι κι έγινε. Δώσανε την παραγγελιά και σε δυο μήνες ο μάστορης του 'φερε το μάτι το τσακίρικο ίδιο κι απαράλλαχτο με το διπλανό του. Πήρε τα πάνω του ξανά ο σουλτάνος, μα δεν πρόλαβε να χαρεί.

Μια μέρα καθώς καθότανε πάνω στα μεταξωτά χαλιά του κι αρμένιζε με τη βάρκα του στη μέση μιας λίμνης με ένα χανουμάκι αγκαλιά, σκύβει να δει το νερό, κάνει ένα τσαλίμι το χανουμάκι, σηκώνει και λίγο μελτέμι, ταρακουνιέται η βάρκα, παραπατάει ο σουλτάνος, χτυπάει το κεφάλι του στην κουπαστή και το μάτι το γυάλινο το ακριβοπληρωμένο πέφτει στο νερό και χάνεται. Βούτηξε το ασκέρι του που γύρισε απ' τον πόλεμο, βουτήξαν κι οι τσανταρμάδες που τον προστάτευαν, μα το μάτι δε βρέθηκε. Και δεν έφτανε αυτό. Ο μάστορης ο τσοφτσάνης έφυγε ταξίδι μακρινό και κανείς δεν ήξερε πότε θα γυρίσει. Πήγε να πεθάνει ο φουκαράς ο σουλτάνος. Δν ήταν μόνο οι χανούμισσες που βαρυγκωμούσαν αλλά και στο συμβούλιο όλοι κρυφογελούσαν σα βλέπανε την τρύπα στη μούρη του.

Βγάνει λοιπόν φιρμάνι. Το και το. Όποιος μου βρει το μάτι, θα του δώκω το βάρος του σε χρυσό. Όλα τα παληκάρια πέσανε στη λίμνη μα το μάτι δεν το βρίσκανε. Ώσπου ένα πρωί, φτάνει στο σαράι ένας ταρσιλής, αναγκεμένος φαινότανε. Ανοίγει ένα σακούλι και βγάζει από μέσα το μάτι. Τρελάθηκε ο σουλτάνος. Δώστε του το βάρος του σε χρυσό, διέταξε και γέλασε από μέσα του. Ήταν μια σταλιά αχαμνούλης ο ταρσιλής. Καλά που δεν ήταν χοντρός, να του πάρει χρυσό διπλάσιο.

Όχι πολυχρονεμένε μου, είπε άξαφνα εκείνος, δε θέλω το βάρος μου σε χρυσό, μα μόνο το βάρος του ματιού. Τα χάσανε όλοι. Βρε είσαι καλά; Πόσο ζυγίζει ένα μάτι; Αυτό θέλω, επέμενε ο άλλος, Γιαβούζη τον έλεγαν. Βρε σε κλέβω, τον έπιασε το κιμπάρικο τον σουλτάνο. Ο Γιαβούζ ανένδοτος. Ετοιμάζουνε τη ζυγαριά, ελέγχουνε το αγιάρι, να μην τον κλέψουνε κιόλα, βάνουνε το μάτιστο ένα τάσι, και μια λίρα χρυσή στο άλλο. Και πολύ είναι, σκεφτόταν ο σουλτάνος και γελούσε κάτω απ' τα μουστάκια του. Το τάσι με το χρυσό ανέβηκε πάνω, το τάσι με το μάτι έπεσε βαρύ κάτω. 

Βάλτε κάνα δυο λίρες ακόμα, είπε παραξενεμένος ο σουλτάνος. Το μάτι βαρύ, τα φλουριά ανάλαφρα. Γεμίσανε το τάσι με χρυσό, μα το τάσι με το μάτι δεν ανέβαινε. Ξαναμετράνε το αγιάρι, μη μπας και κάτι δεν πήγαινε καλά, τιγκάρουν με χρυσό το ένα τάσι, το μάτι βαρύ κι ασήκωτο. Αλλάζουν ζυγαριά, φέρνουν αυτή που ζυγιάζανε τα ξύλα, τα βόδια, τα σακιά με το στάρι, βάζουν το μάτι στη μια μεριά, δέκα βαστάζοι κουβαλούσανε χρυσάφι, φέρανε και τα διαμαντικά, φέραν και τα μπριλάντια, τίποτα. Το τάσι με το μάτι δεν σηκωνόταν. Έπρεπε τώρα ν' ανοίξουν και το κρυφό θησαυροφυλάκιο, πήγε να πεθάνει ο σουλτάνος. Είχε δώσει το λόγο του και για ένα γυάλινο μάτιθα έχανε όλο του το βιος.

Πήγε ο φουκαράς στην πίσω πλευρά του παλατιού κι αρχίνισε να κλαίει. Εκεί, λοιπόν, που πλάνταζε, τον πλησιάζει μια γριά, φαφούτα που 'χε μονάχα ένα δόντι και τον ρωτάει, τι σεκλέτι σε βασανίζει, πολυχρονεμένε μου; Το και το. Τα χάνω όλα. Χαχανίζει η γριά, θα σε σώσω, του λέει, μα να με πάρεις στο παλάτι να τρώω ψωμί χάσικο. Πάνε μαζί στη ζυγαριά, ο βεζίρης είχε βάλει νέα χαράτσια να μαζέψουν χρυσάφι, βουνό ολόκληρο οι θησαυροί, το μάτι βαρύ κι ασήκωτο.

Φέρτε τη μικρή ζυγαριά, διέταξε η γριά.Φέρνουν τη μικρή ζυγαριά, ζυγιάζουν το αγιάρι, βάζουν το μάτι πάνω, παίρνει η γριά ένα μεταξωτό μαύρο πανί, σκεπάζει το μάτι, βάζουν ένα φλουρί στο άλλο τάσι, σηκώνεται το μάτι, βαρύτερο το φλουρί. Το μάτι δε χορταίνει το ταμάχι του, σουλτάνε μου, όσο βλέπει, τόσο θέλει, είπε η γριά και δάγκασε με το ένα της δόντι το αφράτο χάσικο.

"ταμάχι" = "πλεονεξία" -- βλέπε και (πολύ) σχετική παροιμία το ταμάχι βγάζει μάτι

[The following 'oriental' tale was communicated by an unknown lady to novelist Argyro Margariti during the Sillean Union's inaugural meeting on 5/4/09; please let us know in case you have further information about it:

The sultan lost an eye while hunting deer, but a very skillful man [from Sille] made him a glass eye that looked very real. Some time later though the glass eye dropped in a lake during an otherwise pleasant boat trip, and no one could find it, not even men from the sultan's elite forces. Worse yet, the skillful man had departed on a trip and could not be found anywhere. Finally, an unknow short, frail man managed to find it. The sultan was delighted and offered to equal that man's weight in gold as a reward. To everybody's surprise, the little man asked only for the glass eye's weight in gold ... and to everybody's astonishment, the glass eye turned out to be heavier than all the sultan's riches that could be brought to the various scales employed! The sultan was desperate and a passing poor old woman, with only one tooth left, saw him crying in the garden: she asked him about his problem and assured him that she can fix everything, asking only for the right to eat quality bread at the palace; and, yes, she asked for the smallest scale, placed on it the glass eye covered by black cloth, and the glass eye now weighted no more than one golden lira! "You can never satisfy the eye", said the old lady, digging her one tooth into that bread; "the more it sees, the more it wants".]




Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Το πέτρινο γεφύρι

      

Σήμερα που η Ελλάδα θρηνεί την απώλεια του ιστορικού γεφυριού της Πλάκας ... ας μνημονεύσουμε εδώ ένα άλλο πέτρινο γεφύρι του Ελληνισμού ... χάρις σε παλιό άρθρο του προέδρου της Ένωσης Συλλαίων, Τάκης Σαλκιτζόγλου:                             


   ΤΟ  ΠΕΤΡΙΝΟ  ΓΕΦΥΡΙ  ΤΗΣ   ΣΥΛΛΗΣ

          Στο  μέσον  της  Σύλλης  ένα  παλαιό  πέτρινο  γεφύρι  ενώνει  τις  δύο  πλευρές  του  χειμάρρου,  τη  βόρεια  με  τη  νότια. Μια  ενδιαφέρουσα  λεπτομέρεια  της  Οθωμανικής  Ιστορίας  σχετίζεται  με  το  μικρό  αυτό  γεφυράκι,  όπως  την  διηγούνταν  οι  παλιοί  κάτοικοι  της  Σύλλης.
Κατά  τη  διάρκεια  της  Ελληνικής  Επανάστασης  δύο  στρατεύματα  της  Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας  ένωσαν  τις  δυνάμεις  τους  για  να  εκπορθήσουν  την  ελληνική  πόλη  του  Μεσολογγίου : το  στράτευμα  του  Μεχμέτ Ρεσίτ  Πασά (ή  Κιουταχή)  και  ο  αιγυπτιακός  στρατός  του  Ιμπραήμ   ( γιού  του  Μωχάμετ  Άλη , χεδίβη  της  Αιγύπτου ).  Αυτοί  οι  δύο  στρατηγοί  όμως  δεν  τα  πήγαιναν  καθόλου  καλά  μεταξύ  τους, ο  ένας  έριχνε  την  ευθύνη της  αποτυχίας  της  πολιορκίας  στον  άλλον. Όταν  μετά  από  μακροχρόνια  πολιορκία  το  Μεσολόγγι  επιτέλους  εκπορθήθηκε  χώρισαν  αλλά  οι  σχέσεις  τους  ήταν  ήδη  πολύ  κακές.  Αυτά  συνέβαιναν  τον  Απρίλιο  του  1826.
Όταν στα 1831  επαναστάτησε  η  Αίγυπτος  εναντίον  της  Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας  ο  Ιμπραήμ  ετέθη  επικεφαλής  του  αιγυπτιακού  στρατού.  Προήλασε  μέσω  Παλαιστίνης  και  Συρίας  και  έφτασε  μέχρι  την  πεδιάδα  του  Ικονίου  όπου  έδωσε  μεγάλη  μάχη  κατά  του  οθωμανικού  στρατεύματος,  του  οποίου  αρχιστράτηγος  ήταν  τώρα  ο  ίδιος  ο  Μεχμέτ  Ρεσίτ-πασάς (Κιουταχής), με τον  οποίο  είχε  έρθει  πολλές  φορές  σε  ρήξη ο  Ιμπραήμ.  Ο  αιγυπτιακός  στρατός  νίκησε  και  συνέλαβε  αιχμάλωτο  τον  ίδιο  τον  Κιουταχή.
Τότε  ο  Ιμπραήμ  έβγαλε  το  άχτι  του  εναντίον  του  άσπονδου  τέως  συμμάχου  του  και  εχθρού  του.  Οδήγησε  λοιπόν  τον  Κιουταχή  επάνω  στο  πέτρινο  αυτό  γεφύρι  της  Σύλλης  και  διέταξε  όλους  τους  Έλληνες  κατοίκους  της   να  έρθουν,  να  περάσουν  από  μπροστά  του    και  να  τον  …φτύσουν.  Αυτά  συνέβησαν  στα  1832.
Το  περιστατικό  αυτό  το  διηγούνταν  οι  γεροντότεροι  κάτοικοι της  Σύλλης  μέχρι  τις  αρχές  του  20ου  αιώνα.  Αποκαλούσαν  μάλιστα  το  έτος  1832  ως  χρονιά  του  αράπη (« αράπ-σενεσί »),  δηλαδή  του  Αιγύπτιου  Ιμπραήμ.

 Αυτός  είναι  και  ο  λόγος  για  τον  οποίον ο  δρόμος    που  περνά  από  εκεί  αποκαλείται  μέχρι  σήμερα « Μισιρλίογλου  σοκάκ »  ( δηλαδή    δρόμος  του  γιού  του  Αιγύπτιου ).

Τάκης Σαλκιτζόγλου

[Article by Takis Salkitzoglou about Sille's stone bridge, remembered by past generations of Sillean Greeks as the place where defeated Reşid Mehmed Pasha (Kütahı) was forced to stand in 1832 ("year of the Arab") by victorious Ibrahim Pasha ... in order to be spat on by the local Greeks. (Interestingly, the nearby street is to this day called "Misirlioglu sokak" = "Egyptian's son's street"!)]


Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Κοπή βασιλόπιτας (Θεσσαλονίκη)

15 Φεβρουαρίου 2015, Ξενοδοχείο Mediterranean Palace (Σαλαμίνος 3 & Καρατάσου, Λαδάδικα-Λιμάνι), 12 μμ

Από την περυσινή κοπή:


(προσφορά ζαχαροπλαστείου Αβέρωφ)

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Κειμήλια - 1

Αναρτούμε σήμερα κάποια οικογενειακά κειμήλια που μας έστειλε ο Αλέξανδρος Οικονομίδης:

(1) Κάρτα προς τον προπάππο του Στράτο Μαδεντζόγλου στη Σύλλη, γραμμένη στα Καραμανλίδικα (Παλαιοτουρκικά σε Ελληνικό αλφάβητο): αμετάφραστη προς το παρόν, ούτε την ημερομηνία μπορούμε να βρούμε (1918;), διαβάζεται όμως καθαρά το "χρηστός ανέστη"!








(2) Πιστοποιητικό βάπτισης "Ορθοδόξου Κοινότητος Σύλλης" της γιαγιάς του Ελισάβετ Μαδεντζόγλου: αναγράφονται τόσο η ημερομηνία γέννησης (5 Αυγούστου 1917) όσο και η ημερομηνία βάπτισης (10 Σεπτεμβρίου 1919), τα ονόματα των γονέων (Ευστράτιος Μαδεντζόγλου και Κατίνα Χατζηαλεξίου), το όνομα της νονάς (δυσανάγνωστο), κλπ




(3) Οικογενειακή φωτογραφία της βαπτισθείσας (Ελισάβετ Μαδεντζόγλου-Ηλιάδου, πρώτη από δεξιά), μαζί με τις εξαδέλφες της Έλλη Κουγιουμτζή-Σειτανίδου (κέντρο) και Χρυσούλα Κουγιουμτζή (αριστερά), όλες με 'ετέκσε'.




[Family documents of Elissavet Madentzoglou (born in Sille in 1917, first from right above), submitted by her grandson Alexandros Oikonomidis: a post-card in Karamanlidika (Old Turkish written in Greek alphabet) sent to her father Stratos Madentzoglou in Sille (probably in 1918), her 1919 baptism certificate (of "Sille Orthodox Community", in Greek), and a family photo (with two of her cousins, all dressed in traditional Sillean Greek dress, 'etekse').]